Ελλαδίτης
Ορισμοί
-
Έλληνας που κατάγεται ή κατοικεί από την ελληνική επικράτεια σε αντιδιαστολή με Έλληνες άλλων περιοχών (όπως της Κύπρου ή του απόδημου ελληνισμού) demonym
-
οι Έλληνες με καταγωγή από την ελληνική χερσόνησο, σε αντίθεση με τους Έλληνες με καταγωγή από την ανατολή (συνηθέστερα Μικρασιάτες ή Αιγυπτιώτες) especially
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free