Meaning of ελκυσμός | Babel Free
/el.ciˈzmos/Ορισμοί
- o ελκυσμός
- Ο επί τα άνω ελκυσμός τοΰ δέρματος πρό της τομής (Εγχειρίδιο Χειρουργικής 1853)
-
το τράβηγμα, η έλξη formal
- διαρπαγή, βία
-
η δύναμη που δημιουργείται από την κίνηση αερίων σε ένα αγωγό (φυσικός ελκυσμός - προκύπτει από τη γεωμετρία του χώρου / τεχνητός ελκυσμός που προκύπτει από χρήση μηχανικών μέσων) especially
-
αναγκαία ελκτική δύναμη για την κίνηση οχήματος especially
Παραδείγματα
“※ Στους ατμοσφαιρικούς λέβητες όμως, η καπνοδόχος πρέπει να έχει τον κατάλληλο ελκυσμό (τράβηγμα) (Στοιχεία Σχεδιασμού Κεντρικών Θερμάνσεων, 2013-2014)”
“※ ..έτερον επίσης υψίστης κλινικής σπουδαιότητος σύμπτωμα είναι ο ελκυσμός, ο σχηματισμός δηλ. κοιλότητος κατά την εισπνοήν επί του επιγαστρίου.. (στο Σύγγραμμα περιοδικόν, 1908 τόμ. 30-31, σελ. 44)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.