Meaning of ελαιο- | Babel Free
/e.le.o/Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό σύνθετων λέξεων που έχουν σχέση
- με την ελιά (δέντρο ή καρπός) ή το ελαιόλαδο
- ή άλλου είδους έλαια
Παραδείγματα
“ελαιοτριβείο”
“ελαιόλαδο”
“ελαιουργία”
“ελαιογραφία”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.