Meaning of εκτυπωτής | Babel Free
/ek.ti.poˈtis/Ορισμοί
- η συσκευή που τυπώνει κείμενο ή εικόνες πάνω σε χαρτί, χαρτόνι ή διαφάνειες
- ο ειδικευμένος τεχνίτης που είναι υπεύθυνος για την τυπωτική μηχανή
Ισοδύναμα
English
Printer
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.