Meaning of εκπονώ | Babel Free
Ορισμοί
ασχολούμαι συστηματικά και με ιδιαίτερη φροντίδα με την παραγωγή (πνευματικού συνήθως) έργου
transitive
Παραδείγματα
“οι απόφοιτοι της σχολής παίρνουν το πτυχίο τους, αφού εκπονήσουν διπλωματική εργασία”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.