Meaning of εκπορεύσεις | Babel Free
Ορισμοί
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπορεύομαι
- θα εκπορεύσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εκπορεύομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.