Meaning of εκλογή | Babel Free
/e.kloˈʝi/Ορισμοί
- η επιλογή ενός από πολλά
- η ανάδειξη σε μία θέση ή αξίωμα έπειτα από ψηφοφορία
- διαδικασία που περιλαμβάνει ψηφοφορία με σκοπό την ανάδειξη ενός ή περισσότερων υποψηφίων σε κάποια θέση ή αξίωμα
- εκλογές: η διαδικασία που περιλαμβάνει καθολική ψηφοφορία για την ανάδειξη της νέας βουλής, ευρωβουλής, διοικητικών οργάνων σε νομικά πρόσωπα κ.λπ.
-
επιλογή αντιπροσωπευτικών έργων ή κειμένων ενός συγγραφέα rare
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Θεωρούσε βέβαιη την εκλογή της στην πρωθυπουργία.”
She considered her election as the prime minister a certainty.
“Ποιος κέρδισε τις εκλογές;”
Who won the election?
“η εκλογή νέου επίκουρου καθηγητή για τον τομέα της Φιλοσοφίας”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.