Meaning of εισπλεύσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εισπλέω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισπλέω
- θα εισπλεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εισπλέω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.