Meaning of εισπλεύσεις | Babel Free
Ορισμοί
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εισπλέω
- θα εισπλεύσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εισπλέω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.