εικοσάρι
Ορισμοί
- ποσό είκοσι μονάδων (ευρώ, δραχμών, δολαρίων κλπ)
- ο ανώτερος σχολικός βαθμός αξιολόγησης στην ελληνική δευτεροβάθμια εκπαίδευση
Παραδείγματα
“μου στοίχισε ένα εικοσάρι η επισκευή του ποδηλάτου”
“πήρε το πρώτο του εικοσάρι στα μαθηματικά”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free