HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εθνικολογιστικός | Babel Free

Adjective CEFR C2
/e.θni.ko.lo.ʝi.stiˈkos/

Ορισμοί

που έχει σχέση με τα οικονομικά ή λογιστικά ζητήματα ενός έθνους / κράτους ή αναφέρεται σ’ αυτά

neologism

Παραδείγματα

“※ Δορυφόρος λογαριασμός τουρισμού: θεωρία και πράξη ενός εθνικολογιστικού εργαλείου και η ελληνική προσέγγιση (τίτλος διδακτορικής διατριβής)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εθνικολογιστικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course