HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εγκατεστημένος | Babel Free

Verb feminine CEFR C2
/eŋ.ɡa.te.stiˈme.nos/

Ορισμοί

  1. που έχει εγκατασταθεί σε ένα μέρος όπου και κατοικεί μόνιμα
  2. που έχει εγκατασταθεί από κάποιον (π.χ. ειδευμένο τεχνίτη)
  3. που έχει εγκατασταθεί, για το οποίο έχουν αποθηκευτεί όλα τα απαραίτητα εκτελέσιμα αρχεία και βιβλιοθήκες και έχουν εγγραφεί όλες τις απαραίτητες ρυθμίσεις στο μητρώο ή στα αρχεία ρυθμίσεων του λειτουργικού συστήματος, ώστε να λειτουργεί κανονικά

Παραδείγματα

“Είμαι από την Αθήνα, αλλά τα τελευταία χρόνια είμαι εγκατεστημένος στο Λονδίνο.”

I come from Athens, but I reside in London for the last past years.

“Έχω εγκατεστημένα πολλά προγράμματα στον υπολογιστή μου.”

I have many programms installed at my computer.

“alternative form, less formal: εγκαταστημένος (egkatastiménos)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εγκατεστημένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course