Meaning of εγκατεστημένος | Babel Free
/eŋ.ɡa.te.stiˈme.nos/Ορισμοί
- που έχει εγκατασταθεί σε ένα μέρος όπου και κατοικεί μόνιμα
- που έχει εγκατασταθεί από κάποιον (π.χ. ειδευμένο τεχνίτη)
- που έχει εγκατασταθεί, για το οποίο έχουν αποθηκευτεί όλα τα απαραίτητα εκτελέσιμα αρχεία και βιβλιοθήκες και έχουν εγγραφεί όλες τις απαραίτητες ρυθμίσεις στο μητρώο ή στα αρχεία ρυθμίσεων του λειτουργικού συστήματος, ώστε να λειτουργεί κανονικά
Παραδείγματα
“Είμαι από την Αθήνα, αλλά τα τελευταία χρόνια είμαι εγκατεστημένος στο Λονδίνο.”
I come from Athens, but I reside in London for the last past years.
“Έχω εγκατεστημένα πολλά προγράμματα στον υπολογιστή μου.”
I have many programms installed at my computer.
“alternative form, less formal: εγκαταστημένος (egkatastiménos)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.