Meaning of εγκατεστημένων | Babel Free
/eŋ.ɡa.te.stiˈme.non/Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού του εγκατεστημένος (αρσενικό) genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του εγκατεστημένη, θηλυκό του εγκατεστημένος genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του εγκατεστημένο, ουδέτερο του εγκατεστημένος genitive, plural
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.