HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εγκατάστατος | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

που έχει κάποιο δικαίωμα ή αξίωμα

Παραδείγματα

“※ Ο ορισμός καταπιστευματοδόχου, ή άλλως «καταπίστευμα», είναι η πράξη με την οποία ο διαθέτης αναθέτει σε ορισθέντα κληρονόμο την υποχρέωση να διατηρήσει την κληρονομία, προκειμένου αυτή να περιέλθει σε άλλον κληρονόμο μετά τον θάνατό του. Ο κληρονόμος που αναλαμβάνει αυτή την υποχρέωση ονομάζεται εγκατάστατος. Ο δικαιούχος ονομάζεται καταπιστευματοδόχος. Ο εγκατάστατος διαχειρίζεται και επωφελείται από τα περιουσιακά στοιχεία που συνιστούν το καταπίστευμα. (*)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εγκατάστατος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course