Σημασία του εγγυήθηκε | Babel Free
Ορισμοί
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εγγυώμαι
Παραδείγματα
“Η τράπεζα εγγυήθηκε την πληρωμή του δανείου.”
The bank guaranteed the payment of the loan.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free