HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δυστροφικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που αφορά παθολογικές μεταβολές ιστών ή οργάνων λόγω διαταραγμένης θρέψης και μεταβολισμού, εκδηλούμενες με εκφύλιση, ατροφία ή ανώμαλη ανάπτυξη
  2. που χαρακτηρίζει υδάτινο οικοσύστημα με όξινα νερά, αυξημένη παρουσία οργανικής αποσύνθεσης και περιορισμένη πρωτογενή παραγωγή ή φυτική ανάπτυξη

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δυστροφικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course