Meaning of δονητής | Babel Free
/ðo.niˈtis/Ορισμοί
- συσκευή που προκαλεί ταλαντώσεις
- συσκευή που μετατρέπει το συνεχές ρεύμα σε εναλλσόμενο ρεύμα
- σεξουαλικό βοήθημα εισχώρησης με εσωτερικό μηχανισμό δόνησης
Ισοδύναμα
English
Vibrator
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.