Meaning of διττός | Babel Free
/ðiˈtos/Ορισμοί
- που είναι διπλός σε μέγεθος ή ποσότητα
- που έχει δύο μορφές
Παραδείγματα
“※ »Ὁ πεζογράφος, συνθέτοντας ἕνα μυθιστόρημα, προσπαθεῖ ν' ἀποδείξει μιά προκαθορισμένη θέση. Ὁ δρόμος πού ακολουθεῖ πρός αὐτό τό σκοπό εἶναι διττός: εἴτε πρωθύστερος, εἴτε μεθύστερος.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.