Σημασία του διπλο- | Babel Free
ði.ploΟρισμοί
- α' συνθετικό λέξεων που δηλώνουν
- επανάληψη, διπλασιασμό
- : επανάληψη κατεργασίας
- δεύτερη, εναλλακτική ή παράλληλη εκδοχή
- επιτακτική επανάληψη, ή υπερβολικό βαθμό
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“διπλοκαπνιστός”
“διπλοκατάληκτος”
“διπλοκλειδώνω”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free