Meaning of διπλο- | Babel Free
/ði.plo/Ορισμοί
- α' συνθετικό λέξεων που δηλώνουν
- επανάληψη, διπλασιασμό
- : επανάληψη κατεργασίας
- δεύτερη, εναλλακτική ή παράλληλη εκδοχή
- επιτακτική επανάληψη, ή υπερβολικό βαθμό
Παραδείγματα
“διπλοκαπνιστός”
“διπλοκατάληκτος”
“διπλοκλειδώνω”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.