διοπτικός
Ορισμοί
που βασίζεται στη χρήση δύο οπτικών αξόνων ή φακών για τη σύλληψη, σύγκριση ή απόδοση της ίδιας εικόνας από ελαφρώς διαφορετικές γωνίες, ιδίως σε φωτογραφικές ή οπτικές διατάξεις
Ισοδύναμα
9 more languages
Češtinatriedrový
Ελληνικάκιάλι
Gaeilgedéshúileach
Italianobinoculare
日本語双眼
Nederlandsbinoculair
Portuguêsbinocular
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free