HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διεξαχθείς | Babel Free

Verb CEFR B2

Ορισμοί

  1. β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεξάγομαι, παθητική φωνή του διεξάγω
  2. που έχει διεξαχθεί, έχει συμβεί, έχει λάβει χώρα, για κάτι που γίνεται συνήθως με προσπάθεια, δυσκολία
    formal
  3. θα διεξαχθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διεξάγομαι, παθητική φωνή του διεξάγω

Παραδείγματα

“οι διεξαχθείσες εκλογές / έρευνες /”
“κατά τους διεξαχθέντες αγώνες”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διεξαχθείς used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course