Meaning of διεξέλθει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διεξέρχομαι
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διεξέρχομαι
- θα διεξέλθει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διεξέρχομαι
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.