διεξαγωγή
Ορισμοί
η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διεξάγω
Ισοδύναμα
8 more languages
Παραδείγματα
“Η διεξαγωγή των εκλογών θα γίνει τον Μάιο.”
The conducting of the elections will take place in May.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free