HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διεμβάλλω | Babel Free

Verb CEFR B2

Ορισμοί

  1. διαπερνώ εντελώς κάτι αλλά με αντικείμενο που βρίσκεται ακόμη εντός του• περνάω κάτι μέσα από κάτι άλλο, και η μύτη του βγαίνει από την άλλη μεριά
  2. διεμβολίζω
    rare

Παραδείγματα

“περνάω κορδόνι, διεμβολή μεταλλίου-παρασήμου-περιδέραιου κτλ.”
“ανασκολοπίζω, ανθρωποδιεμβάλλω”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διεμβάλλω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course