Meaning of διεμβάλλω | Babel Free
Ορισμοί
- διαπερνώ εντελώς κάτι αλλά με αντικείμενο που βρίσκεται ακόμη εντός του• περνάω κάτι μέσα από κάτι άλλο, και η μύτη του βγαίνει από την άλλη μεριά
-
διεμβολίζω rare
Παραδείγματα
“περνάω κορδόνι, διεμβολή μεταλλίου-παρασήμου-περιδέραιου κτλ.”
“ανασκολοπίζω, ανθρωποδιεμβάλλω”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.