Meaning of διεμβολίζω | Babel Free
/ði.eɱ.voˈli.zo/Ορισμοί
- διατρυπώ, εμβολίζω
- διατρυπώ άλλο πλοίο με έμβολο που βρίσκεται στην πλώρη του δικού μου πλοίου, προκαλώντας του ρήγμα
-
κτυπώ με το μπροστινό μου τμήμα τα πλευρά άλλου (πλοίου ή οχήματος broadly
-
ορμώ και κτυπώ κάτι ή κάποιον με ορισμένο αντικείμενο που το χρησιμοποιώ σαν έμβολο broadly
-
διεισδύω πλαγίως, κτυπώ με πλάγιο τρόπο figuratively
-
προσπαθώ να ασκήσω (πολιτική) επιρροή σε άλλο χώρο figuratively
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.