Meaning of διακόψει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διακόπτω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακόπτω
- θα διακόψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διακόπτω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.