Meaning of διακόψω | Babel Free
Ορισμοί
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διακόπτω
- θα διακόψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διακόπτω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.