HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

διακλάδωση

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2
ðiaˈkla.ðo.si

Ορισμοί

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διακλαδώνω
  2. η διαίρεση του βλαστού ενός φυτού σε μεγαλύτερους ή μικρότερους κλάδους
  3. ο χωρισμός των νεύρων, των αγγείων κ.λπ. σε μικρότερα τμήματα
  4. η διαίρεση ενός μεγαλύτερου τμήματος (δρόμος, σιδηρόδρομος) σε άλλα μικρότερα καθώς και το ίδιο το μικρότερο αυτό τμήμα
    broadly
  5. συνώνυμο του κλάδος

Ισοδύναμα

24 more languages

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη διακλάδωση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free