Meaning of διακλαδωτήρας | Babel Free
/ðʝa.kla.ðoˈti.ɾas/Ορισμοί
εξάρτημα (σε σχήμα σταυρού, Τ, Χ, γωνίας κ.λπ.) που χρησιμεύει για να σχηματίζονται διακλαδώσεις (σωλήνων, καλωδίων κ.λπ.)
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.