διαδόθηκε
Ορισμοί
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διαδίδομαι
Παραδείγματα
“Η είδηση διαδόθηκε γρήγορα σε όλο το χωριό.”
The news spread quickly throughout the whole village.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free