Σημασία του διαδέχομαι | Babel Free
ði.aˈðe.xo.meΟρισμοί
- αναλαμβάνω το αξίωμα που πριν κατείχε κάποιος άλλος
- παίρνω τη θέση αυτού που πριν κατείχε κάτι άλλο ή κάποιος άλλος
Παραδείγματα
“Ο Γεώργιος Α’ διαδέχθηκε τον Όθωνα το 1863.”
George I succeeded Otto in 1863.
“Ο γιος του τον διαδέχθηκε στην πρωθυπουργία.”
His son succeeded him as Prime Minister.
“μετά τη δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου Α΄ τον διαδέχτηκε στο θρόνο ο γιος του Κωνσταντίνος”
“οι μέρες διαδέχονταν η μια την άλλη χωρίς να φέρνουν τίποτα καινούριο στη ζωή του”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free