Σημασία του διέκοψε | Babel Free
Ορισμοί
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος διακόπτω
Παραδείγματα
“Ο ομιλητής διέκοψε ξαφνικά την ομιλία του.”
The speaker suddenly interrupted his speech.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free