Meaning of διάπαυση | Babel Free
Ορισμοί
προσαρμοστική, φυσιολογικά ελεγχόμενη κατάσταση προσωρινής αδράνειας, κατά την οποία ο οργανισμός —συχνά έντομο— επιβραδύνει ή αναστέλλει βασικές λειτουργίες σε συγκεκριμένο στάδιο του κύκλου ζωής του, ώστε να επιβιώσει σε δυσμενείς περιβαλλοντικές συνθήκες
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.