HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δεσμευθείς

Ρήμα CEFR B2

Ορισμοί

  1. που δεσμεύθηκε για συγκεκριμένη χρήση, που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άλλο σκοπό (στη νεοελληνική χρησιμοποιείται κυριως για υλικά και άψυχα, σπανίως για έμψυχα)
  2. β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατίθεμαι
  3. που δεσμεύθηκε για να κατασχεθεί και πιθανόν να καταστραφεί
  4. θα κατατεθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κατατίθεμαι

Ισοδύναμα

16 more languages
العربيةمحظور
עבריתסתום
हिन्दीअवरुद्ध
Bahasa Indonesiabuntumacetpepetseret
한국어
Latviešubloķēts
Te Reo Māoripuru
Svenskablockerad
ไทยตัน
Tiếng Việtách tắc
中文封禁

Παραδείγματα

“οι δεσμευθείσες δόσεις”
“οι δεσμευθέντες πόροι / λογαριασμοί”
“οι δεσμευθείσες ποσότητες αλλοιωμένων τροφίμων”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δεσμευθείς σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free