HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δεσμευθείς | Babel Free

Verb CEFR B2

Ορισμοί

  1. που δεσμεύθηκε για συγκεκριμένη χρήση, που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άλλο σκοπό (στη νεοελληνική χρησιμοποιείται κυριως για υλικά και άψυχα, σπανίως για έμψυχα)
  2. β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατίθεμαι
  3. που δεσμεύθηκε για να κατασχεθεί και πιθανόν να καταστραφεί
  4. θα κατατεθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κατατίθεμαι

Παραδείγματα

“οι δεσμευθείσες δόσεις”
“οι δεσμευθέντες πόροι / λογαριασμοί”
“οι δεσμευθείσες ποσότητες αλλοιωμένων τροφίμων”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δεσμευθείς used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course