Meaning of δεσμευθείς | Babel Free
Ορισμοί
- που δεσμεύθηκε για συγκεκριμένη χρήση, που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άλλο σκοπό (στη νεοελληνική χρησιμοποιείται κυριως για υλικά και άψυχα, σπανίως για έμψυχα)
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κατατίθεμαι
- που δεσμεύθηκε για να κατασχεθεί και πιθανόν να καταστραφεί
- θα κατατεθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κατατίθεμαι
Παραδείγματα
“οι δεσμευθείσες δόσεις”
“οι δεσμευθέντες πόροι / λογαριασμοί”
“οι δεσμευθείσες ποσότητες αλλοιωμένων τροφίμων”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.