Meaning of δεν σηκώνω κεφάλι | Babel Free
Ορισμοί
- αφοσιώνομαι απόλυτα σε κάτι που είμαι αναγκασμένος να διεκπεραιώσω δουλικά (φράση που κατά πάσα πιθανότητα άρχισε να χρησιμποιείται σαν αντίθετη της μεσαιωνικής φράσης σηκώνω κεφάλι και κάνω κεφάλι, που σήμαινε επαναστατώ, εξεγείρομαι)
- αφοσιώνομαι σε κάτι με δική μου επιλογή, αλλά τελώ υπό πίεση και δεν διασκεδάζω καθόλου
- με βρίσκει η μία ατυχία μετά την άλλη στα οκονομικά ή στη συναισθηματική μου ζωή και δεν μπορώ να συνέλθω, να πάρω ανάσα
Παραδείγματα
“στη δουλειά του δεν σηκώνει κεφάλι και είναι ο μόνος μάλιστα που δεν απεργεί ποτέ”
“στις εξετάσεις σοβαρεύομαι και δεν σηκώνω κεφάλι (από το διάβασμα)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.