Meaning of δενδρο- | Babel Free
Ορισμοί
αʹ συνθετικό που προσδίδει στο βʹ συνθετικό της σύνθετης λέξης τη σημασία του δένδρου
Παραδείγματα
“δενδροβάτραχος, δεντρόσπιτο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.