δελφίνιο
Ορισμοί
καλλωπιστικό ποώδες φυτό του γένους Delphinium, που καλλιεργείται κυρίως για τις ψηλές, όρθιες ταξιανθίες του με εντυπωσιακά, έντονα χρωματισμένα άνθη
Ισοδύναμα
12 more languages
العربيةعائق
БългарскиРалица
Catalàesperó de cavaller
Češtinastračka
DeutschRittersporn
Nederlandsridderspoor
Românănemțișor
Русскийжи́вокость
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free