Σημασία του δεκτός | Babel Free
Ορισμοί
Ισοδύναμα
עברית
מקובל
Bahasa Indonesia
asese
Latina
acceptatus
acceptus
adscitus
antecaptus
anteceptus
ascitus
auditus
comprobatus
conceptus
receptus
redactus
Македонски
прифатен
Português
aceitado
Русский
обретший
общепринятый
одобренный
приемлемый
признанный
принятый
принятый
распространённый
утверждённый
ไทย
ลัพธ์
Türkçe
makbul
Παραδείγματα
“ο νέος πρεσβευτής έγινε δεκτός από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας”
“Δεκτό(ν): μονολεκτική απάντηση σε άποψη ή πρόταση που προηγήθηκε”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free