Meaning of δασμοφοροδιαφυγή | Babel Free
Ορισμοί
παράνομη οικονομική πρακτική κατά την οποία εισάγονται, εξάγονται ή διακινούνται αγαθά με σκόπιμη αποφυγή της καταβολής τελωνειακών δασμών και συναφών φόρων, προκαλώντας απώλεια δημοσίων εσόδων και στρέβλωση του εμπορίου
Παραδείγματα
“※ «Η υπό σύσταση Επιτροπή για την καταπολέμηση της Διαφθοράς, όπως αυτή ανακοινώθηκε από τον Πρωθυπουργό, υπό τον Υπουργό Επικρατείας (…), πρέπει να εντάξει στις άμεσες προτεραιότητες διερεύνησης και τον έλεγχο της παράνομης διακίνησης καυσίμων (λαθρεμπόριο, νοθεία, δασμοφοροδιαφυγή, κλοπή, κ.λπ.). («Χαοτική» η κατάσταση στην αγορά πετρελαιοειδών λέει η ΠΟΠΕΚ, in.gr, 22/7/2015 https://www.in.gr/2015/07/22/economy/xaotiki-i-katastasi-stin-agora-petrelaioeidwn-leei-i-popek)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.