Meaning of δασοκομάντο | Babel Free
Ορισμοί
ειδικά εκπαιδευμένο στέλεχος πυροσβεστικής ή δασικής υπηρεσίας, που ενεργεί σε επιχειρήσεις κατάσβεσης πυρκαγιών
informal, neologism
Παραδείγματα
“※ Την πρόσληψη 440 δασοκομάντο, και επιπλέον επιστημονικού προσωπικού 60 ατόμων, που θα στελεχώσουν τις Ειδικές Μονάδες Δασικών Επιχειρήσεων, τη σύσταση των οποίων είχε εξαγγείλει ο πρωθυπουργός μετά τις μεγαπυρκαγιές που έπληξαν τη χώρα το καλοκαίρι του 2021 προβλέπει τροπολογία του υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας που κατατέθηκε στη Βουλή.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.