HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δανείσει | Babel Free

Verb CEFR C2 Specialized
/ðaˈni.si/

Ορισμοί

  1. απαρέμφατο ενεργητικού αορίστου του δανείζω
  2. γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του δανείζω

Παραδείγματα

“να, ας, αν, ίσως δανείσει (υποτακτική αορίστου)”
“θα δανείσει (ενεργητικός στιγμιαίος μέλλοντας)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δανείσει used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course