Meaning of δανείσει | Babel Free
/ðaˈni.si/Ορισμοί
- απαρέμφατο ενεργητικού αορίστου του δανείζω
- γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου ενεργητικού αορίστου του δανείζω
Παραδείγματα
“να, ας, αν, ίσως δανείσει (υποτακτική αορίστου)”
“θα δανείσει (ενεργητικός στιγμιαίος μέλλοντας)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.