Meaning of δανεισθεί | Babel Free
/ða.niˈsθi/Ορισμοί
-
απαρέμφατο παθητικού αορίστου του δανείζω formal
-
γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικού αορίστου του δανείζω formal
-
πολυτονική γραφή του δανεισθεί· απαρέμφατο παθητικού αορίστου του δανείζω formal
-
πολυτονική γραφή του δανεισθεί· γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικού αορίστου του δανείζω formal
Παραδείγματα
“να, ας, αν, ίσως δανεισθεί (υποτακτική αορίστου)”
“θα δανεισθεί (ενεργητικός στιγμιαίος μέλλοντας)”
“νὰ, ἂς, ἂν, ἴσως δανεισθεῖ (υποτακτική αορίστου)”
“θὰ δανεισθεῖ (ενεργητικός στιγμιαίος μέλλοντας)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.