HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δανάκη | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Δανάκης
  2. αρχαίο περσικό νόμισμα (με αξία περίπου ίση -λίγο μεγαλύτερη- με έναν αττικό οβολό)
  3. νόμισμα που τοποθετούνταν στο στόμα ή τα μάτια του νεκρού, για να πληρωθεί ο χάρων

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δανάκη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course