Σημασία του Δαλμάτης | Babel Free
Ορισμοί
-
ο κάτοικος της Δαλματίας ή ο καταγόμενος απ’ αυτή demonym
- ανδρικό όνομα
Ισοδύναμα
Català
dàlmata
Magyar
dalmáciai
Íslenska
dalmatíska
한국어
달마티아 개
Latina
dalmaticus
Русский
далма́т
далмати́н
далмати́нец
далмати́нский
далмати́нский язы́к
далма́тка
далматский
далматский дог
Svenska
dalmatin
Tiếng Việt
chó đốm
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free