δακτύλιος
Ορισμοί
- φυσικό σώμα με σχήμα περιφέρειας κύκλου, που μοιάζει με δαχτυλίδι
- το τελευταίο τμήμα εντέρου, πριν από το παχύ έντερο
- τμήμα με σχήμα δακτυλίου σε αρθρόποδα ζώα, έντομα, σκουλήκια
- φωτεινή ζώνη γεμάτη θραύσματα που περιβάλλει κάποιο ουράνιο σώμα
- νοητή κλειστή καμπύλη γραμμή που ορίζεται από μια σειρά δρόμων και περικλείει τμήμα μιας πόλης
Ισοδύναμα
12 more languages
Bosanskiring
Češtinaalgebraická struktura
Danskalgebraisk struktur
Deutschalgebraische Struktur
Hrvatskiring
Magyaralgebrai struktúra
Kurdîring
Portuguêsestrutura algébrica
Românăstructură algebrică
Српскиring
Svenskaring
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free