Meaning of δακτυλισμός | Babel Free
Ορισμοί
- η επιλεγμένη διάταξη και ακολουθία κινήσεων των δαχτύλων πάνω σε ένα μουσικό όργανο —και (ειδικότερα) η αντίστοιχη σήμανσή της στην παρτιτούρα
-
η πολύ γρήγορη και ακριβής εκτέλεση λεπτών κινήσεων με τα δάχτυλα που απαιτεί ιδιαίτερη δεξιοτεχνία general
-
το σύνολο των κλινικών εκδηλώσεων από υπερβολική δράση/τοξικότητα φαρμάκων της digitalis (π.χ. διγοξίνης), με χαρακτηριστικό κίνδυνο καρδιακών αρρυθμιών και συστηματικών συμπτωμάτων. rare
Παραδείγματα
“※ Ο τοξικός δακτυλισμός π.χ. ευνοείται από τη δράση φαρμάκων που προκαλούν διαταραχές στα επίπεδα του καλίου. (*)”
“άλλες μορφές: δακτυλιδισμός”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.