Meaning of δακτυλο- | Babel Free
Ορισμοί
αʹ συνθετικό που προσδίδει στο βʹ συνθετικό της σύνθετης λέξης τη σημασία του δακτύλου
Παραδείγματα
“δακτυλοβρεκτήρας, δακτυλογράφος, δακτυλόγραφος, δακτυλοδεικτούμενος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.