δαγκώθηκε
Ορισμοί
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος δαγκώνομαι
Παραδείγματα
“Ο σκύλος δαγκώθηκε στο πόδι από άλλο ζώο.”
The dog got bitten on the leg by another animal.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free