Meaning of δίκρανο | Babel Free
/ˈði.kɾa.no/Ορισμοί
διχαλωτό γεωργικό εργαλείο, κατάλληλο για το λίχνισμα των σιτηρών
Ισοδύναμα
English
Pitchfork
Παραδείγματα
“※ Ἄλλα καυδιανὰ δίκρανα γιὰ τὸ ποιητικό μου μέλλον. (Κώστας Βάρναλης, Φιλολογικά απομνημονεύματα, 1980)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.