Meaning of δήλων | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού του δήλος genitive, plural
- το πρόσωπο που προβαίνει σε επίσημη δήλωση, ιδίως στο πλαίσιο διοικητικής ή νομικής διαδικασίας, αναλαμβάνοντας την ευθύνη του περιεχομένου της
-
γενική πληθυντικού του δήλη genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του δήλο genitive, plural
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.